gratuitous

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ɡrəˈtjuːɪtəs/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

μέσος 17ος αιώνας: gratuitous < λατινικά: gratuitus «δωρεάν παρεχόμενος, δοσμένος δωρεάν, αυθόρμητος» + -ous

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gratuitous (en)

  1. αναίτιος, άσκοπος, ανώφελος, περιττός, αχρείαστος, που δε εξυπηρετεί-επιτελεί σκοπό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: unjustified, without reason, uncalled for, unwarranted, unprovoked, undueindefensible, unjustifiableneedless, unnecessary, superfluous, redundant, avoidable, inessential, [[non-essential, unmerited, groundless, ungrounded, causeless, without causesenseless, careless, wanton, indiscriminate, unreasoning, brutishexcessive, immoderate, disproportionate, inordinateunfounded, baseless, inappropriatede trop
  2. δωρεάν, τζάμπα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: free, gratis, complimentary, voluntary, volunteer, unpaid, unrewarded, unsalaried, free of charge, without charge, for nothing, at no cost, without paymentpro bono (publico)ανεπίσημα: for free, on the house• [[buckshee}}