grind

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Ενεστώτας grind
γ΄ ενικό Ενεστώτα grinds
Αόριστος ground, grinded
Παθητική μετοχή ground, grinded
Ενεργητική μετοχή grinding

grind (en)

  1. αλέθω
  2. τρίβω ερωτογενή ζώνη μου σε κάποιον - συνήθως σε ερωτογενή ζώνη κάποιου