grue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Grue

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

grue 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

grue (fr) θηλυκό

  1. ο γερανός, το βαρούλκο
  2. (ζωολογία) ο γερανός (το πτηνό)
  3. (αργκό) η πόρνη