βαρούλκο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

βαρούλκα πρόσδεσης, χειρισμού πρυμνησίων κάβων σε φορτηγό πλοίο
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βαρούλκο βαρούλκα
γενική βαρούλκου βαρούλκων
αιτιατική βαρούλκο βαρούλκα
κλητική βαρούλκο βαρούλκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρούλκο < αρχαία ελληνική βαρουλκός (μηχανή) < βάρος + ἕλκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βαρούλκο ουδέτερο

  1. μηχανή για την έλξη μεγάλου βάρους
  2. (ναυτικός όρος): βασική μηχανή καταστρώματος πλοίων, που ανάλογα της χρήσης λαμβάνει και ιδιαίτερη ονομασία π.χ. βαρούλκο αγκύρας, βαρούλκο πρόσδεσης, βαρούλκο φορτωτήρα, βαρούλκο σωσιβίων λέμβων κ.λπ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]