βίντσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βίντσι βίντσια
γενική βιντσιού βιντσιών
αιτιατική βίντσι βίντσια
κλητική βίντσι βίντσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βίντσι < αγγλική winch

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βίντσι ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]