hala

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 
hale (πληθυντικός) 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hala (pl) θηλυκό

  1. η μεγάλη αίθουσα
    Συνώνυμα sala
  2. κτήριο που περιέχει σαν κύριο χώρο μία μεγάλη αίθουσα
  3. βοσκότοπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]