hall
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]hall (en)
- ο διάδρομος, το χολ
- κτήριο ή αίθουσα συνεδριάσεων, συγκεντρώσεων
- η κύρια αίθουσα ενός μεσαιωνικού κτηρίου
- επιβλητικό κτήριο σε μεγάλο αγρόκτημα
- πανεπιστημιακή κτήριο που περιλαμβάνει κοιτώνες, αίθουσες διδασκαλίας, εστιατόριο κ.λπ.
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hall | halls |
hall (fr)
- τo χολ
Εσθονικά (et)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]hall (et)