Μετάβαση στο περιεχόμενο

heel

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
heel heels

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

heel (en)

  1. (ανθρώπινο σώμα) η φτέρνα
    παράδειγμα  The shoe is rubbing against my heel.
    Το παπούτσι με χτυπάει στη φτέρνα.
  2. η φτέρνα, το αντίστοιχο μέρος του παπουτσιού, της κάλτσας
    παράδειγμα  The socks had holes at the heels.
    Οι κάλτσες τρύπησαν στις φτέρνες.
  3. (υπόδηση) το τακούνι
    παράδειγμα  Could we see something with a slimmer heel?
    Να δούμε κάτι με λεπτότερο τακούνι;



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

heel (nl)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]