heel
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| heel | heels |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]heel (en)
- (ανθρώπινο σώμα) η φτέρνα
The shoe is rubbing against my heel.
- Το παπούτσι με χτυπάει στη φτέρνα.
- η φτέρνα, το αντίστοιχο μέρος του παπουτσιού, της κάλτσας
The socks had holes at the heels.
- Οι κάλτσες τρύπησαν στις φτέρνες.
- (υπόδηση) το τακούνι
Could we see something with a slimmer heel?
- Να δούμε κάτι με λεπτότερο τακούνι;
Πηγές
[επεξεργασία]
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]heel (nl)