honorable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]honorable (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| honorable | honorables |
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]honorable (fr) αρσενικό ή θηλυκό