Μετάβαση στο περιεχόμενο

humain

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό humain humains
θηλυκό humaine humaines

humain (fr)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
humain humains

humain (fr) αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • humain στη γαλλική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γαλλική Βικιπαίδεια