hundred
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]hundred (en)
- εκατό, εκατόν, εκατοντάδα, που δηλώνει ένα σύνολο από 100 μονάδες
a/one hundred dollars/years/meters - εκατό δολάρια/χρόνια/μέτρα
one hundred ten - εκατόν δέκα
one hundred one - εκατόν ένα/μία.
one hundred percent - εκατό τοις εκατό
five in a hundred = 5% - πέντε στα εκατό
Open the book to page one hundred.
- Nα ανοίξεις το βιβλίο στη σελίδα εκατό.
He is in/he entered his hundreds.
- Είναι/μπήκε στα εκατό.
He reached his hundreds.
- Έφτασε τα εκατό.
two hundred hats - δυο εκατοντάδες καπέλα
- εκατό, εκατοντάδα, ως στρογγυλός αριθμός για να δηλωθεί μεγάλος αριθμός
I told you a hundred times./I told you hundreds of times.
- Στο είπα εκατό φορές.
hundreds of times - εκατοντάδες φορές
- (μόνο στον πληθυντικό) οι εκατοντάδες, οι αριθμοί από το 100 έως το 999
A number in the third place from the right indicates the hundreds.
- Σε έναν αριθμό το τρίτο από τα δεξιά ψηφίο δηλώνει τις εκατοντάδες.
- (μόνο στον πληθυντικό) ο αιώνας, τα χρόνια ενός συγκεκριμένου αιώνα
in the nineteen hundreds (=in the nineteenth century) - τον δέκατο ένατο αιώνα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hundred | hundreds |
hundred (en)
- το χαρτονόμισμα των εκατό δολαρίων
Πηγές
[επεξεργασία]- hundred - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 266. ISBN 9780194325684., λήμμα: εκατό(ν), εκατοντάδα
Δανικά (da)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]hundred (da)