Μετάβαση στο περιεχόμενο

illogique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
illogique < il- + logique

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
illogique illogiques

illogique (fr) αρσενικό ή θηλυκό