Μετάβαση στο περιεχόμενο

in vain

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in vain <  δείτε τις λέξεις in και vain

Έκφραση

[επεξεργασία]

in vain (en)

  • (ιδιωματισμός) άδικα, μάταια, εις μάτην, τζάμπα, χωρίς επιτυχία
    παράδειγμα  You’re giving him advice in vain; don’t you see that he’s a hopeless liar?
    Άδικα τον συμβουλεύεις· δε βλέπεις που είναι ένας αδιόρθωτος ψεύτης;
    παράδειγμα  The advice that I gave to him went in vain.
    Οι συμβουλές που του έδωσα πήγαν τζάμπα.
    παράδειγμα  It was all in vain.
    Τζάμπα πήγαν όλα.
     συνώνυμα: to no avail