independent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

independent (en)

  1. ανεξάρτητος
  2. (πληροφορική) ανεξάρτητος, ουδέτερος
     συνώνυμα: neutral

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • independent στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια