Μετάβαση στο περιεχόμενο

insondable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
insondable insondables

Επίθετο

[επεξεργασία]

insondable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανεξερεύνητος, αχανής
  2. απύθμενος
  3. αβυθομέτρητος