ανεξερεύνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεξερεύνητος ανεξερεύνητη ανεξερεύνητο
γενική ανεξερεύνητου ανεξερεύνητης ανεξερεύνητου
αιτιατική ανεξερεύνητο ανεξερεύνητη ανεξερεύνητο
κλητική ανεξερεύνητε ανεξερεύνητη ανεξερεύνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεξερεύνητοι ανεξερεύνητες ανεξερεύνητα
γενική ανεξερεύνητων ανεξερεύνητων ανεξερεύνητων
αιτιατική ανεξερεύνητους ανεξερεύνητες ανεξερεύνητα
κλητική ανεξερεύνητοι ανεξερεύνητες ανεξερεύνητα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεξερεύνητος < αρχαία ελληνική ἀνεξερεύνητος < α(ν)- στερητικό + ἐξερευνάω, -ῶ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.nɛ.ksɛ.ˈɾɛv.ni.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανεξερεύνητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει εξερευνηθεί ή δεν είναι δυνατόν να εξερευνηθεί
    Παρέμεινε ανεξερεύνητο το ζήτημα της τύχης του. (Βασίλης Λασκαρίδης, Από τον Δεκέμβρη στον Εμφύλιο και 134 μήνες εξορία, 2006)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]