insouciant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

insouciant (en)

  1. αμέριμνος, που δεν ανησυχεί για τίποτα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

insouciant < in- + soucis + -ant

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ̃.su.sjɑ̃/

Επίθετο[επεξεργασία]

insouciant (fr)