αμέριμνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμέριμνος < α (στερητικό) + μέριμνα < μεριμνώ

Επίθετο[επεξεργασία]

αμέριμνος, -η, -ο

  • που είναι ξέγνοιαστος και χαλαρός ή πάντως ασχολείται με κάποια ζητήματα άσχετα από ένα κεντρικό πρόβλημα που τον/την απειλεί χωρίς να το ξέρει ακόμα. Η λέξη ξέγνοιαστος δεν υποδηλώνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα που αγνοεί το άτομο ή το υποκείμενο.
Δούλευε αμέριμνος στο γραφείο του, όταν του τηλεφώνησαν ότι συνελήφθη ο γιός του
Περπατούσε αμέριμνη στο δρόμο, όταν την χτύπησε κεραυνός εν αιθρία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]