instrumentalist

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Αναδιατύπωση του φιλοσοφικού ορισμού --sarri.greek (συζήτηση) 13:51, 1 Ιουλίου 2019 (UTC).


Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
instrumentalist instrumentalists

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪnstrəˈmɛnt(ə)lɪst/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

instrumentalist (en)

  1. οργανοπαίχτης, εκτελεστής μουσικού οργάνου
  2. (φιλοσοφία), (φυσική) αυτός που θεωρεί την λειτουργικότητα σημαντικότερη από την γνώση του οντικού
    ας λειτουργεί, κι ας σφάλ(λ)ω επί της υποστατότητας του οτιδήποτε· πχ συστημικού στοιχείου, πχ μαθηματική «σκιά» που δίνει το σωστό αποτέλεσμα αλλά δεν αποτελεί πραγματικό σωματίδιο [βλ. Robert Spekkens, όμως παίζει ρόλο η οντική/ontic γνώση σε μεγαλύτερες τάξεις μεγέθους που δύναται να εμφανιστούν νέα φαινόμενα όπως η σκοτεινή ύλη]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

  • ontist (οντιστής: αυτός που δεν αρκείται στην λειτουργικότητα αλλά θέλει να γνωρίζει τι όντως υπάρχει)