integrate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | integrate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | integrates |
| αόριστος | integrated |
| παθητική μετοχή | integrated |
| ενεργητική μετοχή | integrating |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- integrate < λατινική integratus < integro < integer
Ρήμα
[επεξεργασία]integrate (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ενσωματώνω, συνενώνω, αλληλοσυνδέω, ενώνω δύο ή περισσότερα πράγματα για να λειτουργούν μαζί
These programs will integrate with your existing software.
- Αυτά τα προγράμματα θα ενσωματωθούν με το υπάρχον λογισμικό σας.
These programs can be integrated with your existing software.
- Αυτά τα προγράμματα μπορούν να ενσωματωθούν με το υπάρχον λογισμικό σας.
We are integrating the two networks for better performance.
- Συνενώνουμε τα δύο δίκτυα για καλύτερη λειτουργία.
The computers integrate into a network.
- Οι υπολογιστές αλληλοσυνδέονται σε ένα δίκτυο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) εντάσσω, ενσωματώνω, γίνομαι ή κάνω κάποιον να γίνει αποδεκτός ως μέλος μιας κοινωνικής ομάδας
They have not made any effort to integrate with the local community.
- Δεν έχουν καταβάλει καμία προσπάθεια να ενταχθούν στην τοπική κοινότητα.
The policy is to integrate children with special needs into ordinary schools.
- Η πολιτική είναι να εντάσσονται τα παιδιά με ειδικές ανάγκες στα κανονικά σχολεία.
Your suggestions will be integrated into the bill.
- Οι προτάσεις σου θα ενσωματωθούν στο νομοσχέδιο.
- ≈ συνώνυμα: assimilate και incorporate
- (μαθηματικά) ολοκληρώνω