integrate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

integrate < λατινική integratus < integro < integer

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

integrate (en)

  1. εντάσσω
  2. ενσωματώνω
  3. ενώνω
  4. συνενώνω/αλληλοσυνδέω σε λειτουργικό σύστημα-όλον-σύνολο
  5. συγχωνεύω
  6. (μαθηματικά) ολοκληρώνω