Μετάβαση στο περιεχόμενο

integrate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας integrate
γ΄ ενικό ενεστώτα integrates
αόριστος integrated
παθητική μετοχή integrated
ενεργητική μετοχή integrating

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
integrate < λατινική integratus < integro < integer

integrate (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) ενσωματώνω, συνενώνω, αλληλοσυνδέω, ενώνω δύο ή περισσότερα πράγματα για να λειτουργούν μαζί
    παράδειγμα  These programs will integrate with your existing software.
    Αυτά τα προγράμματα θα ενσωματωθούν με το υπάρχον λογισμικό σας.
    παράδειγμα  These programs can be integrated with your existing software.
    Αυτά τα προγράμματα μπορούν να ενσωματωθούν με το υπάρχον λογισμικό σας.
    παράδειγμα  We are integrating the two networks for better performance.
    Συνενώνουμε τα δύο δίκτυα για καλύτερη λειτουργία.
    παράδειγμα  The computers integrate into a network.
    Οι υπολογιστές αλληλοσυνδέονται σε ένα δίκτυο.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) εντάσσω, ενσωματώνω, γίνομαι ή κάνω κάποιον να γίνει αποδεκτός ως μέλος μιας κοινωνικής ομάδας
    παράδειγμα  They have not made any effort to integrate with the local community.
    Δεν έχουν καταβάλει καμία προσπάθεια να ενταχθούν στην τοπική κοινότητα.
    παράδειγμα  The policy is to integrate children with special needs into ordinary schools.
    Η πολιτική είναι να εντάσσονται τα παιδιά με ειδικές ανάγκες στα κανονικά σχολεία.
    παράδειγμα  Your suggestions will be integrated into the bill.
    Οι προτάσεις σου θα ενσωματωθούν στο νομοσχέδιο.
     συνώνυμα:  assimilate και incorporate
  3. (μαθηματικά) ολοκληρώνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]