integration

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

integration (en)

  1. ολοκλήρωση
  2. κοινωνική ενσωμάτωση, ενοποίηση