invalide

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ̃.va.lid/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
invalide invalides

invalide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. άκυρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
invalide invalides

invalide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανάπηρος