irse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

irse, ενεστ.: me voy, αορ.: me fui, μετοχή: ido

  1. φεύγω, αναχωρώ
  2. πεθαίνω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]