ido

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ido (fr) αρσενικό μόνο στον ενικό



Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ido < -id- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ido idoj
αιτιατική idon idojn

ido (eo)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ido (es)

  • μετοχή του ρήματος ir



Ίντο (io) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: ίντο