jogging

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jogging (en)

  • το τρέξιμο με σταθερό ρυθμό για σωματική άσκηση

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

jogging (en)

  • γερούνδιο του ρήματος jog



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

jogging (fr)