jogging

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Αγγλικά (en) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

jogging (en)

  • το τρέξιμο με σταθερό ρυθμό για σωματική άσκηση

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[edit]

jogging (en)

  • γερούνδιο του ρήματος jog



Γαλλικά (fr) [edit]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

jogging 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

jogging (fr)

  1. το τρέξιμο