kolbaso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

kolbaso < ρωσικά « колбаса » (kolbasa)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kolbaso kolbasoj
αιτιατική kolbason kolbasojn

kolbaso (eo)