kura

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

kura < πρωτοσλαβική kura

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkura/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kura (pl) θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) η όρνιθα
  2. η κότα
  3. ονομασία του θηλυκού των ζώων της τάξης των ορνιθόμορφων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kura (sk) θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) η όρνιθα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kura (sk) ουδέτερο

  1. το κοτόπουλο



Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kura (fi)