διάρροια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάρροια οι διάρροιες
      γενική της διάρροιας των διαρροιών
    αιτιατική τη διάρροια τις διάρροιες
     κλητική διάρροια διάρροιες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάρροια < αρχαία ελληνική διάρροια < διαρρέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάρροια θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: διαρρέω, διά και ρέω

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]