kurs

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kurs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

kurs (pl) αρσενικό

  1. κύκλος μαθημάτων σε συγκεκριμένο αντικείμενο, μαθήματα
    wziął kurs angielskiego - πήρε μαθήματα Αγγλικών
    wziął kurs na prawo jazdy - πήρε μαθήματα οδήγησης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα
    szkolenie
  2. (ναυτιλία) η πορεία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα
    kierunek
  3. (οικονομία) η ισοτιμία