labeller
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| labeller | labellers |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- labeller < label + -er με διπλασιασμό του l
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]labeller (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| labeller | labellers |
labeller (en)