διπλασιασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διπλασιασμός διπλασιασμοί
γενική διπλασιασμού διπλασιασμών
αιτιατική διπλασιασμό διπλασιασμούς
κλητική διπλασιασμέ διπλασιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διπλασιασμός < αρχαία ελληνική διπλασιασμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.pla.si.a.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διπλασιασμός αρσενικό

  1. το να κάνω κάτι κατά δύο φορές μεγαλύτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]