διπλασιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διπλασιασμός οι διπλασιασμοί
      γενική του διπλασιασμού των διπλασιασμών
    αιτιατική τον διπλασιασμό τους διπλασιασμούς
     κλητική διπλασιασμέ διπλασιασμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διπλασιασμός < αρχαία ελληνική διπλασιασμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.pla.si.a.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διπλασιασμός αρσενικό

  1. το να κάνω κάτι κατά δύο φορές μεγαλύτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]