lacis
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]lacis < lacer
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| lacis | laciss |
lacis (fr) αρσενικό
lacis < lacer
| ενικός | πληθυντικός |
| lacis | laciss |
lacis (fr) αρσενικό