Μετάβαση στο περιεχόμενο

lancée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lancée lancées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lancée (fr) θηλυκό