Μετάβαση στο περιεχόμενο

lancinant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lancinant lancinants

Επίθετο

[επεξεργασία]

lancinant (fr) αρσενικό

  1. σουβλερός, αιχμηρός
  2. επίμονος και βασανιστικός, μονότονος

Συγγενικά

[επεξεργασία]