μονότονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονότονος μονότονη μονότονο
γενική μονότονου μονότονης μονότονου
αιτιατική μονότονο μονότονη μονότονο
κλητική μονότονε μονότονη μονότονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονότονοι μονότονες μονότονα
γενική μονότονων μονότονων μονότονων
αιτιατική μονότονους μονότονες μονότονα
κλητική μονότονοι μονότονες μονότονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονότονος < μονο- + τόνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.ˈnɔ.tɔ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɔ.ˈnɔ.tɔ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɔ.ˈnɔ.tɔ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μονότονος, -η, -ο

  1. (μουσική) που συνίσταται από ένα επαναλαμβανόμενο ηχητικό τόνο
    αντώνυμα: πολυφωνικός
  2. (μεταφορικά) που δε χαρακτηρίζεται από ποικιλία, αλλά από επαναλαμβανόμενα στοιχεία κι, επομένως, προκαλεί ανία και πλήξη
    συνώνυμα: ανιαρός, βαρετός, πληκτικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]