βασανιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βασανιστικός βασανιστική βασανιστικό
γενική βασανιστικού βασανιστικής βασανιστικού
αιτιατική βασανιστικό βασανιστική βασανιστικό
κλητική βασανιστικέ βασανιστική βασανιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βασανιστικοί βασανιστικές βασανιστικά
γενική βασανιστικών βασανιστικών βασανιστικών
αιτιατική βασανιστικούς βασανιστικές βασανιστικά
κλητική βασανιστικοί βασανιστικές βασανιστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασανιστικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βασανιστικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με βασανιστήρια
  2. (μεταφορικά) ενοχλητικός
  3. (μεταφορικά) εξονυχιστικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]