latch on

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: latch onto

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας latch on
γ΄ ενικό ενεστώτα latches on
αόριστος latched on
παθητική μετοχή latched on
ενεργητική μετοχή latching on

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: latch και on

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

latch on (en)

  1. όντας βρέφος δαγκώνω την θηλή της μαμάς μου για να ρουφήξω γάλα
  2. γραπώνω
  3. στέκομαι κοντά
  4. αρχίζω να κατανοώ, αρχίζω να «πιάνω» το νόημα

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]