latch onto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας latch onto
γ΄ ενικό ενεστώτα latches onto
αόριστος latched onto
παθητική μετοχή latched onto
ενεργητική μετοχή latching onto

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις latch και onto

Ρήμα[επεξεργασία]

latch onto (en) (something)

  1. προσκολλώμαι
  2. αναπτύσσω έντονο ενδιαφέρον για κάτι
  3. αρχίζω να κατανοώ κάτι, αρχίζω να «πιάνω» κάτι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]