lato

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lato (it)

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlatɔ/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lato (pl) ουδέτερο

  1. το καλοκαίρι, μία από τις τέσσερις εποχές της εύκρατης ζώνης

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο πληθυντικός αποτελεί και πληθυντικό του rok (έτος, χρόνος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]