lattice

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: lettuce

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlæt.ɪs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
lattice lattices

lattice (en)