loiterer
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| loiterer | loiterers |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]loiterer (en)
- ο χασομέρης, αυτός που χασομεράει
| ενικός | πληθυντικός |
| loiterer | loiterers |
loiterer (en)