lower

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

lower (en)

  1. συγκριτικός βαθμός του low
  2. χάμω, κατώτερος, το κάτω
    the lower lip - το κάτω χείλος
     συνώνυμα: bottom

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]