Μετάβαση στο περιεχόμενο

malléable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
malléable < λατινική malleabilis

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.le.abl/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
malléable malléables

malléable (fr) αρσενικό ή θηλυκό