Μετάβαση στο περιεχόμενο

manica

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
manica < λατινική manica

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

manica (it)

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
manica < man(us) + -ica < -icus
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: μάνικα / μανίκα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mănĭca (la) θηλυκό συνήθως στον πληθυντικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]