μάνικα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάνικα μάνικες
γενική μάνικας μάνικων
αιτιατική μάνικα μάνικες
κλητική μάνικα μάνικες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάνικα < ιταλική manica

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάνικα θηλυκό

  • πλαστικός και εύκαμπτος σωλήνας για τη μεταφορά συνήθως μεγάλης ποσότητας νερού από μία βρύση ή δεξαμενή σε πιο μακρινό σημείο
μάνικα της πυροσβεστικής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]