θωράκιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θωράκιση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θωράκιση θηλυκό

  1. η ενέργεια που κάνει κάποιος για να θωρακίσει κάτι, να το προστατέψει αποτελεσματικά
  2. ένα πρόσθετο στρώμα υλικού που προστίθεται σε μια επιφάνεια για να τη θωρακίσει
    πόρτες με διπλή θωράκιση από γαλβανισμένη λαμαρίνα

32πχ Μεταφράσεις[]