Μετάβαση στο περιεχόμενο

meatloaf

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
meatloaf meatloves

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

meatloaf (en)