membreco

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

membreco < membr(e) + eco

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική membreco membrecoj
αιτιατική membrecon membrecojn

membreco (eo)

  1. η ιδιότητα του να είναι κανείς μέλος