motore

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
motore motori

motore (it)

  1. ο κινητήρας, μηχανή ικανή να μετατρέψει την ενέργεια σε μηχανικό έργο