municipal

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

municipal (en)

  • δημοτικός, σχετικός με το δήμο, τη διοικητική υποδιαίρεση



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό municipal municipaux
θηλυκό municipale municipales

municipal (fr)

  1. δημοτικός